6/6/14

ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΑΙΝΙΑΣ Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη

ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΙΟΥΝΗ
στις 20:30
Ρεμπέτικο (1983) 
σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη

Το Ρεμπετικο αφηγείται την «στοιχειώδη» ιστορία μιας ρεμπέτισσας σταρ, της Μαρίκας. Το όνομα δεν είναι φυσικά τυχαίο, καθώς φέρει όλο το φορτίο της ντίβας Μαρίκας Νίνου. Παρα όλα αυτά δεν πρόκειται για την ιστορία της Μαρίκας Νίνου. Όπως και η Ρόζα της ταινίας, δεν είναι η Ρόζα Εσκενάζι. Η τυπική ιστορία ζωής της ρεμπέτισσας συνοψίζεται φυσικά στο τετράπτυχο γέννηση-έρωτας-τέχνη-θάνατος. Ο Φερρης και η Λεονάρδου, στο σενάριο τους ακολουθούν τα γραμμικά στάδια μιας βιογραφικής ταινίας, με επίκεντρο την ηρωϊδα, χωρίς, ωστόσο, να παρακάμπτουν τον ιστορικοπολιτικό και κοινωνικό περίγυρο, ο οποίος, από φόντο της ιστορίας, σε ορισμένες στιγμές, καθίσταται ουσιαστικός πρωταγωνιστής. Ωστόσο, δεν υπάρχει το στοιχείο του παζλ, το οποίο αξιοποιούν άλλες βιογραφικές ταινίες, ακολουθώντας την παράδοση του Πολιτη Κεην. Οι δημιουργοί της ταινίας επιθυμούν να κάνουν ένα θέαμα με υψηλές καλλιτεχνικές αξιώσεις, βέβαια, χωρίς, όμως, να περιφρονούν καθόλου το μεγάλο λαϊκό κοινό που θα σπεύσει να δει την ταινία. 
Οι ρεμπέτες, αυτή η ιδιαίτερη κατηγορία περιθωριακών αισθητιστών, εκπροσωπούσαν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, σύμφωνα με τον οποίο πρωτεύοντα ρόλο σε κάθε επιλογή έχει το συναίσθημα και η απόλαυση. Ο καημός, ο πόνος, το μεράκι, ο έρωτας, η μαγκιά, τα «παντελόνια» (η ευθύτητα) ήταν έννοιες ιερές για έναν ρεμπέτη και συνοψίζουν το αξιακό του σύστημα, το οποίο περιφρονεί επιδεικτικά την καθεστηκυία τάξη, τον νόμο, την εξουσία, τον πλούτο, την υποκρισία. Η παρανομία, ο ηδονισμός, η λαχτάρα για μια ζωή στα άκρα είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της κατηγορίας περιθωριακών, η οποία, σημειωτέον, ήταν μία αμιγώς αστική λαϊκή τάξη.
Οι ρεμπέτες είναι πρόσφυγες από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, ή από όλη την Ελλάδα που ξενιτεύτηκαν στο εξωτερικό (π.χ. Αμερική, Αυστραλία, Γερμανία), τέκνα μιας βίαιης αστικοποίησης του τρόπου ζωής ενός λαού, ο οποίος αντιστεκόταν στον χειρουργικό εξευρωπαϊσμό του και διατηρούσε το δικαίωμά του να αυτοπροσδιορίζεται (και) ως Ανατολίτης. Δεν είναι τυχαίο ότι το στοιχείο-φετίχ της ταινίας είναι ο αργιλές, ένα σύμβολο ηδονισμού, παραδοσιακά ανατολίτικης προέλευσης. Η ταινία είναι γυρισμένη με έναν ακραιφνή φορμαλισμό, με χαρακτήρες που είναι περισσότερο σύμβολα, παρά πρόσωπα. Η Σωτηρία Λεονάρδου ερμηνεύει την τραγουδίστρια, την γυναίκα που η ταινία αφηγείται την ζωή της. Παρακολουθούμε τη γέννησή της, σε έναν τεκέ. Ενώ ο πατέρας της βρίσκεται στο πάλκο τραγουδώντας με το μπουζούκι του, η μητέρα της (Θεμις Μπαζακα) φέρνει στον κόσμο τη Μαρίκα. Το, όχι τόσο ευχάριστο, νέο της γέννησης κοριτσιού μεταφέρει στον πατέρα η μαμή, μετά το τραγούδι του. Τα δύσκολα χρόνια του μεσοπολέμου, η καταστροφή της Σμύρνης, η προσφυγιά, περνάει μπροστά από τα μάτια του θεατή μέσα από αυθεντικά φιλμάκια της εποχής. Ο πατέρας της Μαρίκας σκοτώνει την μάνα της μπροστά της. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα/ μου τα πες με το πρώτο σου το γάλα/ μα τώρα που ζωντανέψανε τα φίδια/ εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια/ και δεν δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς/ που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς. Ένα περφεξιονιστικό στυλιζάρισμα χαρακτηρίζει τα πάντα σε αυτήν την ταινία. Από τις κλισέ ιστορίες μελό, με σαφή καταγωγή από το δράμα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ως το μιούζικαλ, τα σκηνικά, τα κοστούμια, τις ερμηνείες. Η φωτογραφία είναι εξαιρετική και κρυστάλλινη και υπάρχει παντού διάχυτο έντονο χρώμα, σε πείσμα όλων των «ατμοσφαιρικών» ταινιών της δεκαετίας του 1980, στις οποίες οι έλληνες διευθυντές φωτογραφίας επέμεναν στα θαμπά, μελαγχολικά και άχρωμα πλάνα. Ο Φερρης στήνει ένα κανονικό οπτικό πανηγύρι, ένα εξαίρετο δείγμα μαγικού ρεαλισμού, όπου ακόμη και το φολκλόρ στοιχείο γίνεται αφηγηματικό ισοδύναμο του σεναρίου. Η ηρωϊδα είναι ενταγμένη στο ιστορικό της φόντο, το οποίο υποδηλώνεται επίσης με φορμαλιστικά στοιχεία, σχεδόν αφαιρετικά. Η σειρήνα του πολέμου του Α40 έρχεται από την ηχητική μπάντα, όταν ο Καλογεροπουλος κολλάει τις μπλε κόλλες στα παράθυρα για να κάνει συσκότιση. Το παρακράτος εκπροσωπείται από τις συλλήψεις των τραγουδιστών του κέντρου, στο οποίο ακούγονται απαγορευμένα τραγούδια. Η Κατοχή δηλώνεται ως η κατάδοση ανταρτών από έναν δοσίλογο στους Γερμανούς. Η Αμερική, την οποία επισκέπτεται η Μαρίκα σε μια τουρνέ, είναι ένας σαξοφονίστας που τραγουδάει κάτω από το μπαλκόνι της και ένα τσούρμο καρναβαλιστών, την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Όταν γεννιέται ο άνθρωπος/ ένας καημός γεννιέται/ κι όταν φουντώνει ο πόλεμος/ το αίμα δεν μετριέται. Η ταινία πλημμυρίζει από ιστορικά τραγούδια που υπογράφει ο Σταυρος Ξαρχακος σε στίχους Νίκου Γκάτσουa>. Το πασίγνωστο «Έλα απόψε στου Θωμά», είναι σε στίχους Κωστα Φερρη και οπτικοποιείται απόλυτα στην ταινία, καθώς αναφέρεται στα πρόσωπα αυτής της αρχετυπικής ορχήστρας. Είναι εκεί λοιπόν, ο Μπάμπης (και στο νόημα για να μπεις, θα σου εξηγήσει ο Μπάμπης, δηλαδή ο Νίκος Καλογεροπουλος κολλάει τις μπλε κόλλες στα παράθυρα για να κάνει συσκότιση. Το ), ο Γιωργάκης (του Γιωργάκη η δοξαριά, θα σου κόψει τη μιλιά: πρόκειται για το Μιχαλη Μανιατη), η Μαρίκα (κι η Μαρίκα με το ντέφι, θα γελάει και θα σου γνέφει: Σωτηρία Λεονάρδου). Το τραγούδι αυτό ακούγεται και στην κηδεία της Μαρίκας, στην τελική σκηνή του έργου, όπου, όπως στην πραγματική κηδεία της Μαρίκας Νίνου, όλοι οι ρεμπέτες μαζεύονται πάνω από τον τάφο της αδικοχαμένης τραγουδίστριας και στήνουν ένα γλέντι μες στο νεκροταφείο (βλ. «Να κατέβουν οι αγγέλοι, να χορέψουν τσιφτετέλι»). Η κίνηση της κάμερας είναι επίσης εξαιρετικά φροντισμένη, καθώς κύριο εκφραστικό μέσο του «συντακτικού» της ταινίας είναι το ημικυκλικό traveling, το οποίο προσεγγίζει ποιητικά το κινηματογραφούμενο, πριν σταθεί μπροστά σε αυτό. Επίσης, ο Φερρης με την ταινία αυτή δίνει ένα πολύ σημαντικό μάθημα για την αισθητικά και χρονικά αποτελεσματική χρήση του μονοπλάνου. Το ντεκουπάζ σέβεται τον εσωτερικό ρυθμό του πλάνου και δεν καταφεύγει στο «εύκολο» cut που χειραγωγεί μονομερώς την θέαση. Τελικά το Ρεμπετικο έρχεται να υποστηρίξει, χωρίς να το διατυπώνει, φυσικά, ρητά, την άποψη πως όλη αυτή η γενιά καλλιτεχνών υπήρξαν στην ουσία ένα λαϊκό κίνημα τέχνης, χωρίς «διακηρύξεις» και θεωρητικά εφόδια, αλλά, οπωσδήποτε με κοινές αισθητικές αναζητήσεις. Μια γενιά που κυνηγήθηκε από κράτος, θεωρητικούς, τραγουδιστές της αντίπερα όχθης, αναγνωρίστηκε κάποια στιγμή, αγιοποιήθηκε (σε αυτό συντέλεσε και η συγκεκριμένη ταινία) και μετά ήρθε η σταδιακή αποκαθήλωση. Το ρεμπέτικο τραγούδι σήμερα έχει ξεχαστεί και επανέρχεται μόνο ως αποκριάτικη ατραξιόν σε τηλεοπτικά σώου. Εξάλλου, το αξιακό σύστημα του ρεμπέτη έχει αντικατασταθεί οριστικά από εντελώς διαμετρικές επικρατούσες αρχές. Έτσι, την ταινία μπορούμε σήμερα να την δούμε ως μια αριστουργηματική ελεγεία για τη γοητεία του παράνομου, μιας εποχής που θάφτηκε μαζί με το ντέφι της, όπως η Μαρίκα στο τελευταίο πλάνο.